ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Από τα τέλη Ιουλίου του 2015 ως και το Μάιο του 2016, αλλά μέχρι και σή-
μερα, πολλοί με ρωτήσανε «τι έχεις να μας πεις για την Ειδομένη;». Δεν ξέρω
τι να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση. Για μένα η Ειδομένη είναι ένα σύνολο
από συναισθήματα, εικόνες, ήχους, που θα μείνουν στη μνήμη μου για πάντα.
Έκλαψα, αγχώθηκα, θύμωσα, φοβήθηκα, έζησα τη βία, μάλωσα, έκανα φί-
λους, απέκτησα πολύ καλές συνεργασίες, γέλασα, τραγούδησα, χόρεψα, θαύμα-
σα τη δύναμη του ανθρώπου, ενεργοποιήθηκα και ενεργοποίησα, ενημέρωσα,
συνεργάστηκα, διεκδίκησα, άκουσα, έζησα και έμαθα νέα πράγματα, έζησα και
βίωσα έντονες καταστάσεις, που με άλλαξαν ως άνθρωπο αλλά και ως επαγ-
γελματία. Όλα αυτά, σε ένα τοπίο που άλλαζε καθημερινά μορφή, που επεκτεί-
νόταν με ταχύτατους ρυθμούς, που καταστράφηκε και δημιουργήθηκε ξανά,
που δέχθηκε, αγκάλιασε αλλά και θύμωσε πολύ.
Άνθρωποι διαφορετικής φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, χρώματος, κουλ-
τούρας, πεποιθήσεων, με ένα κοινό όνειρο και ελπίδα για ένα ασφαλές και
ανθρώπινο μέλλον, έζησαν, ανέχθηκαν και υπέμειναν, σε ένα ανασφαλές και
απάνθρωπο περιβάλλον, με μοναδικό στόχο την απόκτηση του εισιτηρίου για
τη συνέχιση του ταξιδιού τους, προς την ΕΥΡΩΠΗ, όπως έλεγαν.
Το ταξίδι μου είχε πολλούς σταθμούς. Ξεκίνησε, με πολύ ζέστη, πολύ σκόνη,
με σύνορα ανοιχτά, παρά πολύ κόσμο που περνούσε καθημερινά, με ταλαιπω-
ρία, αλλά και χαμόγελα στο τέλος της ημέρας γιατί ο κόσμος έκανε ακόμα ένα
βήμα προς την Ευρώπη. Με παιδιά, που μέσα στην ταλαιπωρία τους, χαμογε-
λούν, σε αγκαλιάζουν και σε φιλούν για ένα γλειφιτζούρι. Ένα από αυτά τα παι-
διά έρχεται προς το μέρος μου δείχνόντας μου το τελάρο με τα ροδάκινα που
κρατάω. Εγώ, νομίζοντας πως θέλει, του δίνω δύο. Εκείνος κουνάει το κεφάλι
του και μου δίνει να καταλάβω πως θέλει να με βοηθήσει. Του δίνω λοιπόν το
ένα τελάρο και εκείνος με την αθωότητα και το θράσος που διακρίνει τα παι-